Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Του Αγίου Πνεύματος το πρώτο μπάνιο... όχι νωρίτερα θα κρυώσεις...

"Είπαμε, το πρώτο μπάνιο το κάνουμε του Αγίου Πνεύματος" μας έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή μόλις πιάνανε οι ζέστες κι αρχίζαμε να καταβρεχόμαστε με τα ποτιστήρια στον κήπο και λυσσάγαμε  πότε θα κατέβουμε στη θάλασσα επιτέλους. 

Κι εμείς πια δεν είχαμε άλλο βιολί κάθε μέρα πότε θα έρθει το Αγιο Πνεύμα στο σπίτι μας να πάμε στη θάλασσα κι η γιαγιά μου η Κασσιανή απελπιζότανε που ήμαστε τόσο χαζοί και λέγαμε βλακείες αλλά τι να κάνει;

Να μας πνίξει στη μπανιέρα δε γινότανε γιατί πολύ μας αγαπούσε αλλά άμα δεν ξέραμε κάτι πράματα που ήξερε αυτή σαν αυτό το άγιο πνεύμα τα έβαζε με τη μάνα μου που δεν μας έδινε λέει χριστιανική ανατροφή αλλά μας έκανε όλα τα χατήρια και μας χάλαγε κι αυτή της απαντούσε "τι λέτε μητέρα μικρά παιδιά είναι πού να ξέρουν περί Αγίου Πνεύματος" και δώστου μας χαϊδολογούσε χωρίς να μας εξηγεί περί αυτού του πνεύματος που είχε αγιάσει και ήτανε κάτι σαν περιστέρι αλλά όχι ακριβώς απ' ότι είχα καταλάβει.
Και πάντα μετά από αυτές τις γκρίνιες η γιαγιά μου η Κασσιανή έδινε λεφτά στη μάνα μου να μας ψωνίσει τα μπανιερά μας και ότι άλλο χρειαζόμαστε για να είμαστε πολύ ωραίοι στη θάλασσα και μας έσφιγγε στην αγκαλιά της σα να ήθελε να μας σκάσει αλλά εμείς ποτέ δε σκάσαμε. 

Τέλος πάντων κάθε φορά αυτό το Αγιο Πνεύμα ερχόταν Δευτέρα και ο μπαμπάς μου δεν πήγαινε στη δουλειά ποτέ αυτή τη Δευτέρα. Τότε  όμως ερχότανε να μας πάρει οικογενειακώς ο θείος Μπάμπης με την Πόντιακ για να πάμε στη θάλασσα του Φαλήρου όλοι μαζί. Αυτή η Πόντιακ ήτανε μια τεράστια πράσινη αυτοκινητάρα που εμείς με τον αδελφό μου τη λέγαμε "Ποντικάρα" και πολύ γελάγαμε γιατί μάλλον είχε μεγαλώσει τόσο επειδή θα έτρωγε όλες τις γάτες και απελπιζότανε η γιαγιά μου η Κασσιανή επειδή όλο βλακείες λέγαμε και μυαλό δε βάζαμε. Αλλά τότε είχαμε αρχίσει ένα άλλο συνήθειο με τον αδελφό μου να βγάζουμε ανάποδα παραμύθια όπου τα ποντίκια κυνηγούσανε τις γάτες, τα λιοντάρια ήτανε κουτσά, ο καλός λύκος και η κακιά Κοκκινοσκουφίτσα, οι καλές αδελφές της κακιάς Σταχτοπούτας και άλλα τέτοια γιατί τα θέλαμε όλα ανάποδα επειδή κάναμε επανάσταση στα παραμύθια και είχαμε βάλει και σημαιάκι στο μπαλκόνι μας που είχαμε φτιάξει μόνοι μας σαν τους πειρατές. Επειδή τα κάναμε όλα ανάποδα εκείνο τον καιρό η γιαγιά μου η Κασσιανή περίμενε πως και πως να έρθει το Αγιο Πνεύμα να μας φωτίσει και είπε και του παπά - Ηλία που ήτανε φίλος της να έρθει να μας διαβάσει μια ευχή για το αναπόδιασμα.  
Αμα ερχότανε λοιπόν το άγιο πνεύμα στο σπίτι μας το είχαμε σαν έθιμο που έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή να πάμε για θαλασσινό μπάνιο όλοι μαζί οικογενειακώς στο Φάληρο, δηλαδή στο νέο όχι στο παλιό και εκειπέρα βλέπαμε παλιά και τον βασιλιά με τη βασίλισσα και τον διάδοχο που μετά που πέθανε ο μπαμπάς του έγινε αυτός βασιλιάς και πήγαιναν κι αυτοί για αναψυχή στη θάλασσα αλλά μετά τους διώξανε και δεν τους ξαναείδαμε και ο αδελφός μου στεναχωρήθηκε επειδή ο βασιλιάς τον είχε χαϊδέψει μια φορά αλλά εγώ δεν στεναχωρέθηκα καθόλου γιατί ο μπαμπάς μου έλεγε ότι η  βασίλισσα ήτανε η Φράου Φρίκη.
Οταν ερχότανε ο θείος Μπάμπης λοιπόν να μας πάρει για μπάνιο στο Φάληρο γινόντουσαν διάφορα πράγματα πολύ νευριαστικά μέχρι να φτάσουμε στη θάλασσα. Πρώτα πρώτα έπρεπε να πιούνε καφέ οι μεγάλοι με το θείο Μπάμπη στη βεράντα και να του δώσουνε να δοκιμάσει τα κουλουράκια της μαμάς μου κι εμείς λυσσάγαμε από το κακό μας πότε θα ξεκινήσουμε επιτέλους. Αλλά αυτοί το κάνανε επίτηδες και λέγανε ένα σωρό βλακείες για τον καιρό και τι νέα και τέτοια και πολύ μας νευριάζανε γιατί πηγαίνανε με το πάσο τους κι εμείς βιαζόμαστε. Ασε που μετά τον καφέ και τα κουλουράκια θέλανε και μισή ώρα να φορτώσουνε τα τζαντζαλομάντζαλα που έλεγε η μάνα μου, μαζί με εμάς τους μικρούς που είχαμε γίνει σύσκατοι από το πέρα δώθε, με τη Μαριέττα που την παίρναμε μαζί για να μας προσέχει και τα ποδήλατά μας.


Μετά έλεγε ο θείος Μπάμπης στη γιαγιά μου την Κασσιανή "περάστε μπροστά συμπεθέρα" και άμα το έλεγε αυτό  θρονιαζότανε στο μπροστινό κάθισμα της Ποντικάρας η γιαγιά μου η Κασσιανή σαν το Βούδα με μια απαίσια καπελαδούρα στο κεφάλι και η μάνα μου έκανε νόημα στον πατέρα μου ότι ήτανε σαν τη θεία απ' το Σικάγο και γελάγανε κρυφά κι εμείς νευριάζαμε γιατί δεν είχαμε καμμία θεία στο Σικάγο που λέγανε αυτοί.
Μετά μας στριμώχνανε εμάς τους μικρούς και τη Μαριέττα ανάμεσά τους στο πίσω κάθισμα και ξεκινάγαμε καμμιά φορά αφού πρώτα όλοι οι μεγάλοι κάνανε το σταυρό τους κι εμάς μας αγριοκοίταγε η γιαγιά μου η Κασσιανή που δεν τον κάναμε και τότε της λέγαμε "τι κοιτάς καλέ αφού δεν είμαστε στην εκκλησία να κάνουμε το σταυρό μας" κι αυτή γύρναγε μπροστά της και μουρμούραγε "Ημαρτον Κύριε με δαύτα μην κολαστώ και πάμε και ταξίδι".  
Είχανε μια μανία οι μεγάλοι να τραγουδάνε κάθε φορά που κατεβαίναμε στο Φάληρο κάτι σαχλά τραγούδια "άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα" και "δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες" και τέτοια και η μάνα μου έκανε πάντα πρώτη φωνή γιατί ήτανε υψίφωνος που δεν ήξερα τι θα πει αλλά έτσι λέγανε όλοι και θαυμάζανε και ο μπαμπάς μου καμάρωνε όπως άμα παίρναμε εμείς καλούς βαθμούς. Εμάς όμως εκεί που έλεγε τις μπλε βλεφαρίδες μας έπαιρνε ο ύπνος μέσα στο αυτοκίνητο που κατέβαινε τη λεωφόρο Συγγρού για να πάμε στο Φάληρο γιατί άμα η μαμά μου τραγούδαγε γινότανε κάτι μαγικό και κοιμόμαστε ξεροί και μάλλον γιαυτό τραγούδαγε για να κοιμόμαστε εμείς και να τους αφήνουμε ήσυχους. 
Εκειπέρα στο νέο Φάληρο πηγαίναμε γιατί έμενε η θεία Δώρα η αδελφή της μαμάς μου που είχε παντρευτεί το θείο Μπάμπη και αυτός ήτανε ο καλύτερος θείος που είχαμε γιατί μας έκανε όλα μας τα χατήρια και πιο πολύ τα δικά μου φυσικά γιατί εμένα αγαπούσε πιο πολύ και με φώναζε "μπέμπα" και με πέταγε πάρα πάρα πολύ ψηλά. Αμα το έβλεπε αυτό η γιαγιά μου η Κασσιανή φώναζε "μηηηηηηηηηηηη συμπέθερε το παιδί θα το κοψομεσιάσεις" και μετά έπεφτε σε μια πάνινη πολυθρόνα που της βάζανε στην αυλή και έπεφτε ακριβώς πάνω στην πολυθρόνα και όλο σκεφτόμουνα εγώ από μέσα μου "τώρα θα πέσεις να σκάσεις σαν καρπούζι, τώρα θα πέσεις να σκάσεις σαν καρπούζι" αλλά αυτή ποτέ δεν έσκασε σαν καρπούζι αλλά μόνο της δίνανε Καλμόλ να συνέλθει από το φόβο που την έπιανε άμα με πέταγε εμένα ψηλά ο θείος Μπάμπης.


Το σπίτι της θείας μου της Δώρας ήτανε πάρα πολύ ωραίο και στο κήπο είχε δύο πολύ μεγάλους φοίνικες και όλο λουλούδια και δέντρα που ήτανε σαν ζούγκλα και είχανε παπαγάλους και καρδερίνες και γάτες και σκύλο και χελώνες και εμείς λέγαμε ότι αυτό ήτανε το βασίλειο της Λολίτας γιατί έτσι φωνάζαμε τη θεία Δώρα που ήτανε πολύ όμορφη και ψηλή και ξανθιά όπως αυτές οι βασίλισσες στα παραμύθια. Εμείς πολύ την αγαπούσαμε τη Λολίτα μας και δεν μας πείραζε που δεν είχε παιδιά να παίζουμε αλλά έπαιζε αυτή μαζί μας πάντα και ήτανε τόσο ωραία που άμα θύμωνα εγώ με τη μαμά μου της έλεγα  "θα φύγω να πάω στη Λολίτα μου και θα δεις εσύ" και τότε τη μαμά μου την έπιανε τρόμος και μου έκανε όλα μου τα χατήρια και πολύ μου άρεσε αυτό το παιχνίδι.
Τέλος πάντων όλο στο Φάληρο πηγαίναμε όταν ερχότανε το άγιο πνεύμα και κάναμε μπάνιο στην Ταραντέλα γιατί εκεί πολύ της άρεσε της γιαγιάς μου της Κασσιανής και πήγαινε λέει εκειπέρα από τα νιάτα της στα μπαιν μιξ που δεν ήξερα τι είναι αλλά μάλλον ανακατευόντουσαν αρσενικοί και θηλυκοί άθρωποι και είχαμε δει εκατό χιλιάδες φορές τις φωτογραφίες με τη γιαγιά μου την Κασσιανή και τον αδελφό της το δήμαρχο άμα ήτανε νέοι με κάτι περίεργα μπανιερά με ρίγες σαν σωβρακοφανέλες  και άλλη μια φωτογραφία που έλεγε "Ενθύμιον Φαλήρου Πολυτελές Ξενοδοχείον Ακταίον" όπου η γιαγιά μου την Κασσιανή με τον παππού μου που ήτανε νιόπαντροι κάνανε ηλιοθεραπεία με τις ριγέ σωβρακοφανέλλες σε κάτι σαιζ λογκ άσπρες στην αμμουδιά μπροστά στο ξενοδοχείο.

Το νέο Φάληρο στις δόξες του

Το Ακταίον στο νέο Φάληρο
Και μετά πηγαίναμε στις Τζιτζιφιές για μαριδάκια και χταποδάκια που τα τρώγανε μόνο οι μεγάλοι αλλά εμείς οι μικροί κάναμε μπλιαξ και δεν τα τρώγαμε καθόλου. Μόνο τα λυσσακά μας τρώγαμε  στο παιχνίδι και πίναμε πορτοκαλάδες ΕΨΑ όλη την ώρα και μας έπιανε κατούρημα αλλά τρέχαμε στη θάλασσα και δεν το καταλαβαίνανε οι μεγάλοι.


Μία φορά όμως που είχε έρθει πάλι το άγιο πνεύμα στο σπίτι μας πήγαμε οικογενειακώς με την Ποντικάρα στη Χαλκίδα και κάναμε μπάνιο μπροστά σ' ένα ωραίο κόκκινο σπίτι που το είχε ένα κύριος φίλος του παππού μου που είχε πεθάνει και πολύ μας άρεσε. Οχι που είχε πεθάνει ο κύριος με το κόκκινο σπίτι αλλά που πήγαμε εκδρομή στη Χαλκίδα που είχε ωραία ψάρια και κάτι ψαράδες βγάζανε και αχιβάδες. Και είχε και τα νερά που πηγαίνανε πέρα - δώθε στο στενό του Ευρίπου όπως μας εξήγησε η μαμά μας και μέχρι σήμερα έτσι κάνουνε τα νερά αυτά χωρίς να σταματάνε καθόλου και είπε μία λέξη δύσκολη που ήτανε "αενάως" και όταν πήγα στο σχολείο την άλλη μέρα το ξεφούρνισα κι εγώ στη δασκάλα μου αυτό το αενάως κι αυτή μου είπε "εύγε Σόφη" και μετά ήμουνα χαρούμενη όλη μέρα αενάως. 

Εκείνη την ημέρα που είχαμε πάει εκδρομή στη Χαλκίδα μας βάρεσε ο ήλιος στο κεφάλι εμένα και τον αδελφό μου γιατί δεν φοράγαμε τα καπέλα μας και κυνηγιόμαστε στην παραλία σαν τα τρελλά γιατί εκεί δεν ήτανε σαν το Φάληρο και δεν είχε κανέναν άλλο κόσμο εκτός από μας και μπορούσαμε να κάνουμε ότι θέλαμε και να παίζουμε τους Ινδιάνους και μόλις κατεβαίναμε από τ' αυτοκίνητο τρέχαμε σαν τα παλαβά πέρα δώσε και πετάγαμε τα ρούχα μας στην άμμο.
"Σταθείτε βρε μην ξεβρακωνόσαστε, βάλτε τα μπανιερά σας σωστά" φώναζε η γιαγιά μου η Κασσιανή και ο θείος Μπάμπης με τον πατέρα μου κατεβάζανε μισή ώρα από τ' αυτοκίνητο όλο το νοικοκυριό της γιαγιάς μου της Κασσιανής που είχαμε φέρει κάτι πολυθρόνες πάνινες, ένα ξύλινο τραπέζι, μια μεγάλη ομπρέλλα και μία μικρή, ένα καλάθι με φαγιά, πετσέτες, κουλούρες, βατραχοπέδιλα, κουβαδάκια, απόχες, το καλάμι του ψαρέματος του θείου Μπάμπη, το κουτί με τα φάρμακα για τις τσούχτρες και τις μέλισσες, το τρανζίστορ και το φουσκωτό στρώμα που μας είχε φέρει δώρο η θεία Δώρα και το είχε πάρει από τον Κατράντζο που ήταν πολύ καλό μαγαζί και είχε όλο τέτοια πράματα. Και μετά κατέβασανε και τα ποδήλατά μας γιατί δεν πηγαίναμε πουθενά χωρίς αυτά αλλά ποτέ δεν κάναμε γιατί η θάλασσα είναι πιο ωραία από το ποδήλατο που κάνεις και στο σπίτι σου.


Εκειπέρα ανακαλύψαμε κι ένα πολύ ωραίο καινούργιο παιχνίδι με τη γιαγιά μου την Κασσιανή που πήγε και χώθηκε μέσα στην άμμο και ήτανε μόνο το κεφάλι της έξω με την καπελαδούρα κι εμείς της ρίχναμε άμμο αποπάνω μέχρι που ήρθε ο πατέρας μου και την έσωσε γιατί μάλλον της ρίξαμε πάρα πολύ και θα την πνίγαμε λέει στο αμμόλουτρο.  
Ομως τότε που είχαμε πάει στη Χαλκίδα ήτανε πάρα πολύ ωραία γιατί μαζέψαμε και αχιβαδίτσες και ψαράκια με τις απόχες μας και μετά κάναμε και κάστρα πάνω στην άμμο με τα καινούργια κουβαδοφτυαράκια μας.
Γενικά, όπως λέγαμε και στην έκθεση που γράφαμε στο σχολείο, στο πρώτο μπάνιο περνούσαμε υπέροχα. Η μάνα μου που ήτανε πολύ άσπρη πασαλειβότανε με Νιβέα και ο πατέρας μου της έβαζε στην πλάτη και της έδωσε κι ένα φιλί και εμείς καθόμαστε σαν τους χαζούς και τους κοιτάγαμε που γελάγανε μεταξύ τους κι εμένα πολύ με νευριάζανε άμα κοιταζόντουσαν έτσι μέσα στα μάτια αλλά τον αδελφό μου δεν τον νοιάζανε αυτά γιατί ήτανε μπούφος.


Και πολύ ζήλευα που κοιταζόντουσαν αυτοί έτσι μέσα στα μάτια κι έλεγα πώς άμα μεγαλώσω θα πάρω κι εγώ έναν άντρα να με κοιτάει μέσα στα μάτια και να τον κοιτάω κι εγώ.

Κι εμείς ήμασταν πολύ άσπροι αλλά επειδή σιχαινόμαστε τις Νιβέες δεν καθόμαστε να μας βάλει η γιαγιά μου η Κασσιανή και όλο τρέχαμε μπρος εμείς και πίσω αυτή να μας χώσει απ' το κεφάλι κάτι άσπρα κασκορσέ που έλεγε αυτή τα φανελάκια να μη μας κάψει ο ήλιος επειδή ήτανε το πρώτο μπάνιο που κάναμε. 
Εμείς μόλις κατεβαίναμε απ' το αυτοκίνητο βλέπαμε τη θάλασσα που ήτανε γυαλιστερή σαν τα πολύχρωμα γυαλάκια που φυλάγαμε στο κουτί με τα μαγικά που είχαμε και μας έπιανε μία τρέλλα και θέλαμε να πέσουμε μέσα με τα ρούχα και τα παπούτσια. Τότε όμως η μάνα μου με τη Μαριέτα και την γιαγιά μου την Κασσιανή κάνανε κύκλο μεταξύ τους και μας μαντρώνανε να πάμε στη θάλασσα σιγά σιγά να μην πνιγούμε γιατί ήτανε λέει το πρώτο μπάνιο. Εμένα όμως πολύ με νευριάζανε όλα αυτά γιατί εμείς ξέραμε καλό μπάνιο που μας είχε μάθει ο μπαμπάς μας και κολυμπάγαμε σα δελφίνια και αυτές ήτανε χαζές και φοβιτσιάρες λέγαμε με τον αδελφό μου.


Οταν ήτανε το πρώτο μπάνιο μας βάζανε στη θάλασσα με αυτό το σχέδιο όλες μαζί και μετά είχανε βγάλει ένα πρόγραμμα που έπρεπε να το ακολουθήσουμε κατά γράμμα που έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή μην αρρωστήσουμε. Αυτό το πρόγραμμα ήτανε να μείνουμε λίγο μέσα στη θάλασσα, μετά να βγούμε γρήγορα και να ξεπλυθούμε με ένα μπετόνι νερό που είχανε κουβαλήσει μαζί τους και μετά να βάλουμε άσπρο φανελάκι και να μην κάτσουμε γδυτοί στον ήλιο αλλά κάτω από την ομπρέλλα πρώτα και μετά να πάρουμε τα κουβαδάκια μας και να παίξουμε αφού ηρεμήσουμε από τη θάλασσα όπως λέγανε αυτές.
Αμα το κάνανε αυτό το πρόγραμμα τις λέγαμε "σιχαμένες βασανίστριες" και τρέχαμε να παραπονεθούμε στο μπαμπά μας που αυτός μας καταλάβαινε πάντα αλλά μόνο στο πρώτο μπάνιο άμα του παραπονιόμαστε για τις βασανίστριες γελούσε και μας έλεγε ότι πρέπει να κάνουμε ότι λέει η μαμά μας για να μην πάθουμε ηλίαση και εμείς λέγαμε μέσα μας "αει να χαθείς κι εσύ" και θυμώναμε και λέγαμε ότι άμα μεγαλώσουμε θα πάρουμε ένα καϊκι με τους φίλους μας να κάνουμε τρέλες μέσα στη θάλασσα και βουτιές και τέτοια και δεν θα φοράμε φανελλάκια ούτε στο πρώτο ούτε σε κανένα άλλο μπάνιο και θα γίνουμε πειρατές να πάμε στη χώρα της αναποδιάς που θα παίρναμε μαζί μας μόνο τη Λολίτα και κανέναν άλλον.


Ομως επειδή κάθε φορά που πηγαίναμε για το πρώτο μπάνιο είχαμε και μεγάλο φόβο μήπως μας χώσουνε πάλι στην Ποντικάρα και γυρίσουμε σπίτι μας άρον άρον καθόμαστε αναγκαστικά Παναγίες φανερωμένες και έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή "είδες πώς ηρεμήσανε τα χρυσούλια μου στη θάλασσα, εμ βέβαια είναι και του Αγίου Πνεύματος μεγάλη η χάρη του" και μετά πήγαινε να χωθεί με την ησυχία της στην άμμο όπου ο μπαμπάς μου της είχε φτιάξει ένα λάκο και της έλεγε "έτοιμος ο λάκος σας μητέρα" και γελάγανε οι άλλοι κι εμείς δεν καταλαβαίναμε γρυ γιατί γελάγανε  αυτοί.
Τέλος πάντων πολύ ωραία περνάγαμε στο πρώτο μπάνιο και την άλλη μέρα όμως δεν λέγαμε στους φίλους μας ότι καθόμαστε Παναγίες κάτω απ' την ομπρέλλα με τα άσπρα κασκορσέ για να μη μας πούνε βλαμμένα αλλά κάναμε τους σπουδαίους ότι κάναμε βουτιές από ένα ψηλό βράχο και ότι είμαστε πολύ γενναίοι στα κύμματα και τέτοια κι αυτοί μας θαυμάζανε και μας λέγανε ότι είμαστε πολύ τυχεροί γιατί αυτούς δεν τους αφήνουνε οι γονείς τους να κάνουνε τέτοια αλλά τους βάζανε με το ζόρι κάτω από κάτι ομπρέλες και τους παστώνανε με νιβέα στην πλάτη και κολλάγανε και ήτανε μπλιαξ.



Αλλά μήπως τώρα που μεγαλώσαμε βάλαμε μυαλό; Μπαααα.... Μόλις βλέπουμε θάλασσα θέλουμε να πέσουμε μέσα με τα ρούχα. Και καμμιά φορά πέφτουμε ....... 

Αντε καλά μπάνια και φέτος !!!